σινωτικός

-ή, -όν, Α [σινῶ (II)]
βλαβερός, καταστρεπτικός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σινωτικά — σινωτικός mischievous neut nom/voc/acc pl σινωτικά̱ , σινωτικός mischievous fem nom/voc/acc dual σινωτικά̱ , σινωτικός mischievous fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σινωτικαῖς — σινωτικός mischievous fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σινωτικαί — σινωτικός mischievous fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σινωτικάς — σινωτικά̱ς , σινωτικός mischievous fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.